Ρώμη, 14 του Μάη 1904
Αγαπητέ μου Κύριε Kappus,
Πέρασε τόσος καιρός από τότε που πήρα το τελευταίο γράμμα σας!.. Μη με συνεριζόσαστε: δουλειά στην αρχή, καθημερινές έγνοιες έπειτα, κακοδιαθεσίες τέλος, με εμπόδιζαν ολοένα να σας γράψω- κι ήθελα η απάντησή μου να είναι καρπός καλών και γαλήνιων ημερών. Τώρα νιώθω πάλι κάπως καλύτερα (νιώσαμε κι εδώ έντονα τις απότομες κι οδυνηρές αλλαγές που φέρνει πάντα η άνοιξη στη ψυχική μας διάθεση), κι έρχομαι να σας σφίξω το χέρι και να σας πω, όσο μπορώ πιο καλά ( και μόλη μου τη καρδία), τόσα και τόσα γύρω στο τελευταίο γράμμα.
Βλέπετε: έχω αντιγράψει εδώ το σονέτο σας, επειδή βρίσκω πως είναι όμορφο και απλό και όπως κάθε φόρμα, όπου το ποίημά σας γεννήθηκε, του επιτρέπει να πορεύεται με τόσο γαλήνια σεμνότητα. Οι στίχοι αυτοί είν’ οι καλύτεροί σας- απόσους έχω διαβάσει μέχρι σήμερα. Και τώρα σας στέλνω τούτο το αντίγραφο, επειδή ξέρω ότι είναι σπουδαίο, πόσο διδακτικό είναι να ξαναβρίσκεις το έργο σου γραμμένο από ξένο χέρι. Διαβάστε αυτούς τους στίχους, σα να ταν ξένοι, και θα νοιώσετε μέσ’ στα εσώτατα βάθη σας πόσο δικοί σας είναι.
Χαιρόμουν αληθινά σαν διάβαζα και ξαναδιάβαζα το σονέτο αυτό και το γράμμα σας. Σας ευχαριστώ και για τα δύο.
Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε από τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος- αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό- θα σας βοηθήσει ν’ απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πλατύ χώρο. Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική ) λύση, την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο- κάθε ζωντανή ύπαρξη σ’αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αυξάνει και «αμύνεται» κατά το δικό του τρόπο- από μέσα του πηδάει μια ατομικότητα ολότελα δική του, που μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σε όλα τα εμπόδια. Λίγα πράγματα ξέρουμε- όμως για το ότι θα πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο θα είμαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι , πρέπει να είναι η δυσκολία που αυτό παρουσιάζει.
Γόνιμος είναι κι ο Έρωτας: επειδή είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για άνθρωπο: ίσως αυτό να ‘ναι το δυσκολότερο απ’όσα μας έταξε η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τα αλλά δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι’ αυτό κι οι νέοι- που είναι «αρχάριοι» στο κάθε τι- δεν ξέρουν ακόμα να αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν να αγαπούν. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου «εγκλεισμού». Έτσι είναι, για πολύ καιρό ο Έρωτας: μοναξιά ολοένα πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση. Έρωτας δε θα πεί να ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι κι κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε μια ένωση δύο ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)- είναι μια σπάνια ευκαιρία να ωριμάσεις, να αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου- είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς απέραντα πλάτη. Μόνο έτσι θα έπρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο («ν ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε μέρα-νύχτα»). Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σε ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.) Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι- ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.
Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μην μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή… τι μπορεί όμως να βγεί από αυτό; Τι μπορεί να κάνει η ζωή τούτο το μπερδεμένο σωρό των μισοσπασμένων υλικών, που αυτοί τα ονομάζουν «ένωση» τους και πολύ θα ΄θελαν να τα ονομάσουν «ευτυχία» τους; Και τι τους μέλλεται το αύριο; Καθένας αφανίζεται για χάρη του άλλου κι αφανίζει σύγκαιρα τον άλλον κι άλλους πολλούς ακόμα, που ίσως να ερχόντουσαν κατόπι. Χάνει το νόημα της απεραντοσύνης, χάνει όλες του τις δυνατότητες- ανταλλάσει το «πήγαινε-έλα» των σιωπηλών γεμάτων υποσχέσεις, πραγμάτων, με ένα στείρο ανακάτεμα, απ’ όπου δε μπορεί να βγει άλλο τίποτα παρά σιχασιά, απογοήτευση και φτώχεια. Δεν του μένει παρά να γυρέψει σωτηρία σε μια από τις άπειρες συμβατικές καταστάσεις που είναι παντού στημένες, σα δημόσια καταφύγια, γύρω από αυτόν τον επικίνδυνο δρόμο. Καμιά περιοχή της ανθρώπινης υπόστασης δεν είναι τόσο πολύ γεμάτη από συμβατικότητες, όσο τούτη εδώ: σωσίβια, βάρκες και ναυαγοσωστικά είναι στη διάθεσή του, κάθε είδους βοήθεια που η κοινωνία έχει επινοήσει για αυτό το σκοπό. Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις των δρόμων,
Αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρούν το σωστό δρόμο της αγάπης, για πόσους τα σύνορα του έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! ( Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν –σίγουρα- πιο πέρα από κει). Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κατ’ απ’ το βάρος αυτού του λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή που βρέθηκαν ριγμένοι. Η φύση τους τους λέει πως τα προβλήματα του έρωτα –λιγότερο από τα άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά- δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ’ όλες τις περιπτώσεις. Νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά- άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο- χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούρια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση. Πώς όμως αυτοί- μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας από τον άλλον, μια και δεν έχουν τίποτα Δικό τους- πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποια έξοδο, για να ξεφύγουν απ’ την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;
Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ’ άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ότι βγαίνει απ’ αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή όπως λέει ο κόσμος, ανήθική). Κι ό χωρισμός ακόμα θα ‘ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.
Στο δρόμο του Έρωτα (όπως και στο δρόμο του Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρείς- άμα τον αντίκρυζεις σοβαρά- κανένα φως, καμιά απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο θα σε βοηθήσουν. Και για τα δύο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίζουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου. Οι απαιτήσεις που τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει από τη ζωή μας σ’ όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία- αντίς να χανόμαστε σε όλα κείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρύζει κατάματα τη βαθύτατη σοβαρότητα της ζωής- ίσως τότε, κείνοι που θα ‘ρθουν καιρό έπειτ’ από μας, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα – και θα ταν σημαντικό τούτο.
Σήμερα μόλις, μπορούμε κι αντικρύζουμε χωρίς προκατάληψη τις σχέσεις ενός ανθρώπου με έναν τον άλλον. Οι προσπάθειές μας να «ζήσουμε» αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα του καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δε θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα.
Η Νέα Κοπέλα κι η Γυναίκα, στην καινούρια τους, την ατομική τους εξελικτική πορεία, μονάχα λίγον καιρό θα αντιγράφουν τις αντρικές συνήθειες, καλές και κακές, μονάχα για λίγο καιρό θα μαϊμουδίζουν τα αντρικά επαγγέλματα. Άμα περάσει η αβεβαιότητα των μεταβατικών αυτών περιόδων, τότε θα αποφανεί πως οι γυναίκες διάβηκαν από όλα αυτά τα (συχνά γελοία) μασκαρέματα, μόνο και μόνο για να ξεπλύνουν την εσώτατη ύπαρξή τους απ’ τις παραμορφωτικές επιδράσεις του άλλου φύλου. Οι γυναίκες – που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη- είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο «ανθρώπινες» απ’ τον άντρα- το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ότι νομίζει ότι αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία των σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη της ζωής. Αυτή η «ανθρωπιά» της γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρονιά, θα βγει στο φως της ημέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί από τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν. Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά) δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει- που οι λέξεις «νέα κοπέλα» και «γυναίκα» δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού μα κάτι ξεχωριστό, που θα ‘χει δική του υπόσταση, κάτι που δε θα ‘ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή της ζωής και της ύπαρξης : γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος
Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένη από τόσες πλάνες σήμερα: ο έρωτας δε θα ‘ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο. Θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα εκείνα που σμίγει και χωρίζει). Θα ‘ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ’ αγωνία και μόχθο: δύο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.
Και τούτο ακόμα: μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίευσε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια. Δε μέστωσαν, τότε, οι τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.
Σας εύχομαι κάθε καλό, αγαπητέ Κύρια Κappus
Δικός σας
RAINER MARIA RILKE
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου