Τι ώρα είναι; Δεν έχω ιδέα… πόση ώρα κοιμάμαι άραγε… η ζέστη είναι αφόρητη.. ένα φανελάκι φοράω και η πλάτη μου, μούσκεμα στον ιδρώτα. Τα πόδια μου .. τα χέρια μου.. το πρόσωπό μου πρησμένα. Το παράθυρο πάνω από το κρεβάτι ανοιχτό… ο βασιλικός φουντωτός, καμαρωτός και μυρωδάτος στο πρεβάζι. Κάποιος ποτίζει έξω… μάλλον η γιαγιά. Πάω στο μπάνιο ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου… στα χέρια μου και στο στέρνο μου… δε σκουπίζομαι, αφήνω το νερό να με δροσίζει όσο στεγνώνει πάνω μου. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και αυτό που θέλω τώρα όσο τίποτα… είναι μια κούπα ελληνικό καφέ στο τραπέζι της αυλής κάτω από τη μουριά. Φοράω σαγιονάρες και η καλοκαιρινή ραστώνη με κάνει να σέρνω τα πόδια μου. Η γιαγιά-Ρηνιώ με ακούει.
« Ξύπνησες; Άιντε έλα-έλα να πιούμε καφεδάκι… να μου πεις τι πως πέρασες χθες… άντε …παλιά όλα μου τα λεγες.. τι γίνηκε τώρα ντες; Άντε κοκόνα μου… ψήσε 2 καφεδάκια και έλα… θα σου τον πώ κιόλας…»
Σέρνω τα πόδια μου στην κουζίνα αν και μέσα μου έχω ένα καρδιοχτύπι χαράς… ανυπομονησίας για το «ραντεβού» μου με τη γιαγιά. Τι πιο όμορφο να πίνεις καφέ με τη γλυκύτατη Ρηνιώ, και να σου αραδιάζει ιστορίες για τα νιάτα της…
Πιάνω το μπρίκι, μετράω ένα φλιτζάνι και το βάζω στο γκαζάκι, ρίχνω τη ζάχαρη, μετά από λίγο τον καφέ… και αρχίζω να ανακατεύω.. το κουτάλι χτυπάει στο μπρίκι και ακούγεται αυτός ο γνωστός ήχος… είναι σαν κάλεσμα για καφέ… είναι ήχος που ακούγεται πάντα … μα πάντα… όταν φτιάνεις το σωστό καφέ. Το μόνο που ακούγεται τώρα πια … είναι ο καφές που ψήνεται και φουσκώνει και το λάστιχο της γιαγιάς που καταβρέχει την αυλή. Αδειάζω ιεροτελεστικά τον καφέ στο φλιτζάνι και μετράω το δεύτερο για τη γιαγιά…τον σκέτον.. της βάζω και ένα κουλούρι συριανό με γεύση τριαντάφυλλο… τα βάζω προσεχτικά στο δίσκο… παίρνω και δυο ποτήρια που είναι σκεπασμένα και στραγγίζουν δίπλα από τη γούρνα του νεροχύτη… και τα γεμίζω με νερό από την κανάτα στο ψυγείο… όπως κλείνω το ψυγείο… πιάνεται μέσα το σεμεδάκι της Ρηνιώς… γελάω… ανοίγω το «απελευθερώνω» και παίρνω το δίσκο για έξω… Είναι όρθια… με τα μπατζάκια σηκωμένα… βρεγμένα πόδια και χέρια… ακουμπάω το δίσκο στο τραπέζι κάτω από τη μουριά… σέρνουμε και δυο καρέκλες που ήταν παραμερισμένες γιατί κατάβρεχε και καθόμαστε… αυτό που ακούγεται τώρα πια είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργείται σε κάθε φρεσκοποτισμένο κήπο… το κάθε φυτό… λέει το δικό του τραγούδι καθώς το χώμα ρουφάει το νερό…
Καμιά φορά ακούγεται και ο ήχος φύλλων που παραιτούνται από το δέντρο και σαν να μην ισχύει βαρύτητα για αυτά… πέφτουν αργά αργά στο βρεγμένο τσιμέντο.
«Στην υγειά σου εγγόνα μου, την ευχή μου να ‘χείς», λέει ενώ πλησιάζει το φλιτζάνι στο στόμα με τα δάχτυλα που ακόμα στάζουν νερό…
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου