Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011
...το 1998 που ήταν Αύγουστος
Είναι Αύγουστος του 1998. Είμαι στη θάλασσα, πάνω στο κανό του Ηλία. Είναι πράσινο με μια βούλα κόκκινη στη μέση. Είμαστε κάπου ανάμεσα στην παραλία της Στούπας και της Τουρκοσπηλιάς, κατευθυνόμενοι προς τη Στούπα. Κάνει αρκετή ζέστη, αλλά η επιδερμίδα και το μαγιό μου είναι βρεγμένα και για αυτό δε ζεσταίνομαι. Η θάλασσα είναι γαλάζια και ήρεμη και το κουπί του Ηλία που ακουμπάει το κανό.. μία από τα δεξιά μια από τα αριστερά… δίνει ρυθμό στη διαδρομή μας. Κάθομαι οκλαδόν κουρασμένη από τις βουτιές. Η αδράνεια με κάνει να κουνάω τον κορμό μου με το ρυθμό του κανό. Παρατηρώ τα χέρια και τα πόδια μου που έχουν κρατήσει νερό και αλάτι.. το ίδιο και στον αφαλό μου… μια μικρή αλμυρή λιμνούλα… και δίπλα η ελίτσα μου. Τα μαλλιά μου είναι βρεγμένα και ο ήλιος με ενοχλεί στα μάτια… ή γυρνάω το κεφάλι από την άλλη … ή τα κρατάω όσο το δυνατόν πιο κλειστά… κάνοντας τη γνωστή γκριμάτσα. Δεν ξέρω τι ώρα είναι, ελπίζω να μην είναι περασμένες 4, γιατί αλλιώς η γιαγιά θα φωνάζει. Τώρα πια έχω αρχίσει να κρυώνω. Ίσως τα χείλη μου είναι μπλέ, αν όμως η γιαγιά με ρωτήσει αν κρυώνω θα πώ όχι, γιατί θέλω να μείνω κι άλλο στη θάλασσα. Είπαν τα παιδιά ότι θα πάνε στα βραχάκια για βουτιές. Από όσο βλέπω η γιαγιά δεν έχει βγάλει την ομπρέλα… αν η ομπρέλα είναι ανοιχτή στο μπαλκόνι σημαίνει ότι πρέπει να πάω σπίτι, αλλά δεν είναι… άρα δεν έχω αργήσει. Από δω φαίνεται και η ομπρέλα της θείας της Έφης. Αυτή η ροζ κόκκινη γεμάτη τριαντάφυλλα και γύρω-γύρω άσπρα κρόσσια. Πιο δίπλα ο Παντελής που δεν ξέρω αν θέλω να τον δω γιατί θα με κοροϊδεύει πάλι για το μαγιό μου. Με ρωτάει πάντα γιατί επιμένω να φοράω το από πάνω από το μπικίνι αφού δεν έχω τίποτα να κρύψω. Μα τι ερώτηση είναι αυτή!!! ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕΤ!!!! Κουράστηκα και λυγίζω τα γόνατά μου και ακουμπάω το σαγόνι μου στα γόνατά μου. Ανοίγω το στόμα μου και παίρνω την αλμύρα από τα γόνατά μου και μετά με τη γλώσσα γύρω από τα χείλη μου. Ο Ηλίας συνεχίζει να κάνει κουπί. Μα καλά δεν κουράζεται; Αλλά αυτός είναι αγόρι και αθλητής. Άσε που ποτέ δε με αφήνει να κάνω κουπί. Δεν έχω δύναμη λέει και αργώ. Φτάσαμε στην ακτή και σέρνουμε έξω το κανό… ακούγεται ο ήχος από την «κοιλιά» του κανό που σέρνεται στα χαλικάκια της παραλίας. Ο Ηλίας, το παίρνει και το σέρνει μέχρι πάνω πάνω… γρήγορα πριν προλάβει αν τον κάψει η άμμος, και το ξαπλώνει στο πάνω μέρος της παραλίας. Ο θείος με ένα τσιγάρο στο χέρι, καμπουριαστός από το καρεκλάκι και κάνοντας αυτές τις ρυτίδες στο μέτωπο που δίνουν βαρύτητα σε αυτό που λες «Ηλία μη το παίρνεις το κανό μόνος σου πάνω… θα σε πιάσει η μέση σου και δε θα μπορείς να τρέξεις» « εγώ ρε πατέρα… εγώ είμαι παντοδύναμος… δε παθαίνω τίποτα» και παίρνει φόρα κάνει κατακόρυφο στην άκρη της θάλασσα και αφήνει το σώμα του να πέσει στη θάλασσα. Μετά φοράει τα βατραχοπέδιλα του τα μαύρα… παίρνει και τη σανίδα του, και με προκαλεί σε αγώνα κολύμβησης. Δέχομαι γκρινιάζοντας για το πόσο άδικο είναι… και φυσικά χάνω…
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου